Η αιωνιότητα
Σε βλέπω. Σε νιώθω. Πάω να σ’ αγγίξω κι αγγίζω το κενό. Κοιτάζω γύρω μου μα η μορφή σου έχει πια χαθεί. Λίγο καιρό πριν ήσουν εδώ. Μπορούσα να σ’ αγγίξω, να σε νιώσω, να σ’ αγκαλιάσω, να σε μυρίσω, να σ’ ακούσω…
Τώρα κενό. Κοιτάζω τα σύννεφα κι αναζητώ τη μορφή σου ανάμεσα στην αχνή θωριά τους. Ακόμη δε μπορώ να συνειδητοποιήσω πως έχεις πια χαθεί. Πως έχεις φύγει… για ένα ταξίδι μακρινό. Για ένα ταξίδι που δεν κάναμε μαζί. Αναρωτιέμαι πώς σου έκλεισε ραντεβού η αιωνιότητα, κι εσύ πήγες να τη βρεις.
Κοιτάζω τα πράγματα σου με τα θολά μου μάτια. Ένα καυτός καταρράκτης βγαίνει ορμητικός από μέσα τους, σε κάθε θύμηση σου. Πώς μπορώ να καλύψω το κενό; Τι είν’ αυτό που νιώθω κάθε φορά που το μυαλό μου επιστρέφει σε σένα; Πως μπορώ να βγω απ’ αυτή τη δίνη που νιώθω κάθε μέρα να με τραβά όλο και πιο πολύ; Υπάρχει κάτι πιο κενό από αυτό που νιώθω εγώ τώρα; Πώς είναι αλήθεια το κενό, αν δεν είναι έτσι όπως το αισθάνομαι εγώ;
Πως μπορώ να συνεχίσω χώρια σου, όταν μου είχες υποσχεθεί πως θα είμαστε για πάντα μαζί; Πως μπορώ να προχωρήσω; Θα πρέπει να μάθω να περπατώ απ’ την αρχή. Βήμα βήμα να βγω ξανά στη ζωή ως μονάδα μισή τώρα πια.
Ποιος διαλέγει ποιος θα κάνει τις πράξεις; Γιατί από τη στιγμή που τις πήρε ο θάνατος στα χέρια του, επέλεξε να βάλει τη διαίρεση ανάμεσα μας; Ποιος ορίζει ποιος θα φύγει ή ποιος θα μείνει να πονά;
Θέλω να δώσω μια, να τα γκρεμίσω όλα. Σαν παλάτια στην άμμο μου φαίνονται τώρα πια όσα χτίσαμε μαζί. Η άμμος στην κλεψύδρα χάθηκε, μόλις έπεσε κι τελευταίος κόκκος και μαζί της χάθηκε μια ζωή.
Θέλω να ‘ρθω σε βρω, κι ίσως είναι μάταιο να το σκέφτομαι αυτό… μα δεν αντέχω άλλο να πονώ.
Αφιερωμένο…