Εξαργύρωση

Εξαργύρωση (Άρθρο)

Εξαργύρωση

Άλλη μια νύχτα σαν κι αυτή με βρίσκει μόνη να ξενυχτώ κάτω από τούτο ‘δω το φως.

Σε μια πανσέληνο τόσο καθαρή που ξεγυμνώνει την ψυχή μου.

Είναι το φως του φεγγαριού απόψε τόσο δυνατό που βλέπω μέσα του, τα δυο σου μάτια.

Καθάρια και ζεστά όπως τότε.

Τότε, που με άγγιζες και το κορμί μου ριγούσε.

Τότε, που μεθούσαμε μαζί από τις καυτές μας ανάσες, από τα φιλιά που καίγαν τα κορμιά μας,

από τις λέξεις που ξεπηδούσαν μέσα απ’ τα χείλη μας, χαμένες· στα μονοπάτια των στεναγμών.

Θυμάσαι εκείνες τις βραδιές που μιλούσαν στην ψυχή σου;

Θυμάσαι το βλέμμα σου που σκαρφάλωνε με λαχτάρα και τρύπωνε ανέμελα σε κάθε γωνιά του κορμιού μου;

Εγώ ακόμη θυμάμαι…

Δεν ξέχασα ούτε λεπτό.

Δεν θέλω να ξεχάσω.

Δεν θέλω να γίνεις ανάμνηση.

Γιατί αν γίνεις, θα χαθείς μέσα από χέρια μου σαν έρθει το πρωί.

Θα μείνω κλεισμένη μέσα σε εκείνες τις Κυριακές που η παρουσία σου, τις έκανε να μοιάζουν με γιορτές.

Θα μείνω εδώ, κάτω από τη φωτεινή πανσέληνο και θα συνεχίσω να ελπίζω.

Γιατί η αγάπη, εξαργυρώνεται μονάχα με αγάπη.

Κι εγώ θα καρτερώ μέχρι να ‘ρθει η αυγή που θα φέρει μαζί της κι αυτή την εξαργύρωση.

Με ξέχασαν (Άρθρο)

Με ξέχασαν

Κοιτάζω πίσω μου κι απορώ.

Απορώ με εκείνη τη φιγούρα που περιπλανιέται χαμένη στο μέσα της, παλεύοντας να βρει το σωστό μονοπάτι. Αφήνω το κορμί μου να χυθεί επάνω στο μαρμάρινο σκαλοπάτι κι ακουμπώ την πλάτη στον τοίχο. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και την φυλακίζω για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα την αφήνω να ξεχυθεί από μέσα μου με ορμή. Σαν να βιάζεται κι αυτή να δραπετεύσει.

Στρέφω το βλέμμα μου στον ουρανό. Είναι στολισμένος με χιλιάδες φωτεινά λαμπάκια. Όπως προσπαθούν οι άνθρωποι να στολίσουν τη ζωή τους, έτσι κι αυτός. Ξανοίγει με κόπο το σκοτάδι του.

Μα δεν στολίζονται όλες οι ζωές, δεν είναι εύκολες όλες οι ιστορίες.

Όπως και η δική μου.

Όταν προσπαθείς να επιβιώσεις καθημερινά μέσα σε ένα τοξικό περιβάλλον, πώς μπορείς να μείνεις αλώβητος;

Έτσι άρχισα κι εγώ να αναρωτιέμαι, πώς έφτασα ως εδώ;

Πώς άφησα να με επηρεάσει τόσο αυτή η τοξικότητα;

Πώς δεν μπόρεσα από την αρχή να καταλάβω ότι αυτό το περιβάλλον ήταν μολυσμένο; Ο αέρας είχε τη μυρωδιά τής σαπίλας και οι κουβέντες καλοσύνης που μοίραζαν απλόχερα μερικοί από δαύτους, ήταν καλυμμένες με ένα ωραίο περιτύλιγμα. Απέξω είχε φανταχτερά χρώματα και ο ενθουσιασμός ήταν αμέριστος. Μα αν ξετύλιγε κανείς την κορδέλα, μέσα τους υπήρχε μονάχα η μούχλα.

Μονάχα λίγες στιγμές άξιζαν πραγματικά και αυτές τις λίγες πάλεψα να ξεχωρίσω από ένα σημείο και μετά. Όμως δεν άντεξα. Το φορτίο βαρύ και το μουλάρι ατίθασο να κλωτσά όσο το ενοχλούν και το πιέζουν.

Και τώρα…

Εδώ. Στο τίποτα. Στο κενό.

Μην νομίζεις πως δεν είμαι ευτυχισμένη εδώ. Κάποιες φορές πρέπει να προτιμάς το κενό απ’ το να βασανίζεσαι. Απ’ το να ζεις μια ζωή δανεική που ξέρεις πως δεν είναι δική σου.

Μονάχα ένα με πονά. Η αχαριστία.

Για άλλη μια φορά αισθάνομαι σαν άλλη Ιφιγένεια εν Αυλίδι. Δεν πειράζει όμως. Ας είναι. Ούτε η πρώτη φορά είναι ούτε και η τελευταία που θυσιάζονται οι λίγοι για να ευημερήσουν οι πολλοί.

Μα να σε ξεχνούν; Δεν αρμόζει.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Τα όμορφα αύριο (Άρθρο)

Τα όμορφα αύριο

Στέκομαι θλιμμένη, σχεδόν κουλουριασμένη σε μια γωνιά. Το χώμα γύρω μου στεγνό μα εγώ το αισθάνομαι νωπό. Ενώ κάνει ζέστη νιώθω γύρω μου μια τρομερή παγωνιά κι υγρασία να μου διαπερνά τα κόκκαλα. Μερικοί υδάτινοι κρύσταλλοι δροσίζουν τα μάγουλά μου.

Δεν είναι δάκρυα χαράς, το ξέρω.

Μένω ακίνητη πενθώντας για το χθες, για όλα εκείνα που δεν πρόλαβα να κάνω· όμως τα ονειρεύτηκα. Για όλα όσα θα ήθελα να πραγματοποιήσω κι η ζήλια μου δεν με άφησε να τα ολοκληρώσω, για όλα αυτά που θα ήθελα να αλλάξω αλλά δεν το έκανα.

Έχω πάρει μια ζυγαριά και απάνω στο ζυγό έχω στηρίξει τα όνειρα, τις φιλοδοξίες και τις προσδοκίες που είχα από παιδί. Μα από την άλλη μεριά ο ζυγός γέρνει απότομα. Βλέπεις, σε εκείνη την πλευρά έχω βάλει τον εγωισμό, τη ζήλια και τους δισταγμούς μου.

Σε αυτόν τον απολογισμό βλέπω πως όλα μου τα κακά αισθήματα κατάφεραν να κερδίσουν αυτή τη μάχη. Μα εγώ είμαι ακόμα εδώ, ζωντανή.

Σηκώνομαι όρθια, τινάζω τα χέρια κι αρπάζω το φτυάρι. Ανοίγω ένα μεγάλο λάκκο και τα ρίχνω όλα εκεί μέσα. Κέρδισαν τη μάχη μα δεν θα κερδίσουν και τον πόλεμο. Από πάνω τους, ρίχνω μπόλικο χώμα για να τα θάψω καλά έτσι ώστε να μην έχουν την επιλογή να ξαναβγούν στην επιφάνεια.

Μπήγω με δύναμη το φτυάρι μέσα στο χώμα και το καρφώνω εκεί πιέζοντας το με το χέρι. Σκουπίζω τον ιδρώτα που τρέχει από το πρόσωπό μου και αμέσως διαπιστώνω πως τα δάκρυα στέγνωσαν πια. Σαν να άλλαξε σχήμα, το νιώθω πιο φωτεινό παρόλο που δεν το βλέπω κι ένα χαμόγελο έχει πάρει τη θέση τής θλίψης επάνω του.

Τώρα αισθάνομαι λίγο πιο γενναία, πιο γεμάτη και φουσκώνω τα στήθια μου από περηφάνια. Αισθάνομαι επιτέλους δυνατή!

Ήρθε η ώρα να πάει ο καθένας στη θέση του. Το χθες μου, μόλις το έθαψα μαζί με όλα εκείνα τα αρνητικά αισθήματα που με κρατούσαν πίσω. Είμαι έτοιμη για το αύριο, το δικό μου αύριο που θα φτιάξω μόνη, με τα χέρια μου.

Σε αυτό το αύριο θα εκπληρώσω τα όνειρά μου, το υπόσχομαι στον εαυτό μου.

Άλλωστε, του χρωστάω πολλά όμορφα αύριο.

Τα Πρέπει Και Τα Μη (Άρθρο)

Τα πρέπει και τα μη

Κάθε μέρα η ίδια ιστορία. Ανοίγεις τα μάτια και το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι τι πρέπει να κάνεις και τι πρέπει να μην κάνεις.

Από μωρό ακόμη, από τότε που δεν μπορούσες να αντιληφθείς τον κόσμο γύρω σου· από τότε κιόλας μπήκαν οι πρώτοι κανόνες στη ζωή σου. Τα πρώτα μη σου τα έλεγαν με ένα χαμόγελο στο στόμα κι ένα δάχτυλο να κινείται ρυθμικά πάνω κάτω.

Όσο περνούσαν τα χρόνια αυτά τα πρέπει και μη συνοδεύονταν πια από φωνές, τσακωμούς και κάποιες φορές κι ένα χέρι ξύλο. «Γιατί έτσι θα μάθει!» πίστευαν.

Άπειρα πρέπει και μη σε τριγύριζαν σαν ερινύες δίχως να σε αφήνουν ελεύθερη ν’ ανασάνεις. Μη σε δουν μαζί του, μη φοράς αυτά τα έξαλλα ρούχα, μην καπνίζεις, δεν πρέπει να μιλάς έτσι στους μεγαλύτερους, πρέπει να σέβεσαι τον παππού και τη γιαγιά, δεν πρέπει να αντιμιλάς, δεν πρέπει… δεν πρέπει… δεν πρέπει….

Πρέπει μονάχα να σκύβεις το κεφάλι, πρέπει να δέχεσαι όσα σου ζητούν και μονάχα να προσφέρεις! Στους γονείς σου, στον άντρα σου, στα παιδιά σου, στη δουλειά σου…

Τελικά, έμαθες;

Έμαθες μέσα από τους ασφυκτικούς κανόνες να σέβεσαι τους γύρω σου ή μήπως τελικά να τους φοβάσαι;

Έμαθες να μην αντιμιλάς;

Να μην υψώνεις το ανάστημα σου;

Να μην αφήνεις τα θέλω σου να φανούν;

Έμαθες να μην διεκδικείς;

Μήπως κάτι έχει σπάσει μέσα σου κι αυτή η φωνή που ζητά τη λύτρωση θέλει να βγει, να ουρλιάξει και να πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά; Κάντο! Μη φοβάσαι. Μη διστάζεις. Πάτα γερά στα πόδια σου και τόλμα να διεκδικήσεις όλα όσα σου ανήκουν! Όλα όσα σου αξίζουν! Η ζωή κυλά σαν γάργαρο νερό, σαν ποτάμι ορμητικό που δεν κοιτάζει πίσω. Κάντο! Τώρα!

Πρόταξε τα θέλω σου μπροστά.

Δίχως πρέπει και μη.

Δίχτυ Αν(τ)οχής (Άρθρο)

Δίχτυ Αν(τ)οχής

Κάθε τι γύρω μου, όσο δυνατό κι αν είναι κρύβει μια εύθραυστη καρδιά.

Κάθε τι στη ρίζα του, εκτός από δύναμη κρύβει και ευαισθησία.

Εσύ… πόσα χτυπήματα μπορείς να αντέξεις;

Πόσο μπορείς να σκύψεις το κεφάλι;

Για πόσο μπορείς να δέχεσαι;

Για πόσο δεν θα μιλάς;

Πόσο αντέχει το δίχτυ της αντοχής σου; Είναι ίδιο με αυτό της ανοχής σου; Γιατί όταν οι γύρω σου σε βλέπουν μόνο να δέχεσαι τα χτυπήματα, μοναχά να σκύβεις το κεφάλι και να προχωράς, εκείνοι ρίχνουν κι άλλο.

Ως που αντέχεις; Ξεσπάς;

Σε ποιον; Στη μάνα σου; Στον άντρα σου; Στη γυναίκα σου; Στο παιδί σου; Σε ποιον;

Ποιος είναι αυτός που γίνεται μονίμως το μαξιλάρι σου, που θα δεχτεί όλα σου τα ξεσπάσματα;

Αναρωτήθηκες ποτέ αν αξίζει τον κόπο να πληγώνεις τους ανθρώπους που σε αγαπάνε, επειδή απλά δεν θέλησες να δέσεις αυτό το αόρατο δίχτυ των αντοχών σου λίγο πιο ψηλά;

Μήπως πρέπει να βάλεις και το ΟΧΙ στη ζωή σου; Μήπως πρέπει να αρχίσεις να το λες όπου χρειάζεται; Σκέψου… αν λες πάντα ΝΑΙ, δεν σε θεωρούν καλό, σε θεωρούν απλά κορόιδο!